χιαστό
•
- σχήμα λόγου όπου οι όροι δύο φράσεων που έχουν παρόμοια δομή, εκφέρονται και συνδέονται με σειρά αντίστροφη Βικιλεξικό
- χιαστό, στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
- χιαστό, στην κλητική του ενικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιαστό < (ελληνιστική κοινή) (σχήμα χιαστόν), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χιαστός < (ελληνιστική κοινή) < χῖ < αρχαία ελληνική χεῖ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιαστό | χιαστά |
| Γενική | χιαστού | χιαστών |
| Αιτιατική | χιαστό | χιαστά |
| Κλητική | χιαστό | χιαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →