χιλιάζω
•
- γίνομαι χιλίων ετών, μακροημερεύω Βικιλεξικό
- να τα χιλιάσεις: ευχή σε κάποιον που έχει γενέθλια
Ετυμολογία
χιλιάζω < χιλιάζω, ρήμα της μεταγενέστερης ελληνικής < αρχαία ελληνική χιλιόω-χιλιῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χιλιάζω | χιλιάζεις | χιλιάζει | χιλιάζουμε | χιλιάζετε | χιλιάζουν / χιλιάζουνε |
| Παρατατικός | χίλιαζα | χίλιαζες | χίλιαζε | χιλιάζαμε | χιλιάζατε | χίλιαζαν / χιλιάζαν / χιλιάζανε |
| Αόριστος | χίλιασα | χίλιασες | χίλιασε | χιλιάσαμε | χιλιάσατε | χίλιασαν / χιλιάσαν / χιλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα χιλιάζω / θα χιλιάσω | θα χιλιάζεις / θα χιλιάσεις | θα χιλιάζει / θα χιλιάσει | θα χιλιάζουμε / θα χιλιάσουμε | θα χιλιάζετε / θα χιλιάσετε | θα χιλιάζουν / θα χιλιάζουνε / θα χιλιάσουν / θα χιλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χιλιάσει | έχεις χιλιάσει | έχει χιλιάσει | έχουμε χιλιάσει | έχετε χιλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χιλιάσει | είχες χιλιάσει | είχε χιλιάσει | είχαμε χιλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χιλιάσει / να χιλιάζω / να χιλιάσω | να έχεις χιλιάσει / να χιλιάζεις / να χιλιάσεις | να έχει χιλιάσει / να χιλιάζει / να χιλιάσει | να έχουμε χιλιάσει / να χιλιάζουμε / να χιλιάσουμε | να έχετε χιλιάσει / να χιλιάζετε / να χιλιάσετε | να χιλιάζουν / να χιλιάζουνε / να χιλιάσουν / να χιλιάσουνε |
| Προστακτική | — | χίλιαζε / χίλιασε | — | — | χιλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χιλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →