χιλιαπλάσιος
•
- αναλογικό αριθμητικόχίλιες φορές μεγαλύτερος, κυριολεκτικά Βικιλεξικό
- το κιλό αποτελείται από χίλια γραμμάρια, είναι χιλιαπλάσιο του γραμμαρίου
- είναι το χιλιαπλάσιο της θερμίδας και συμβολίζεται με το Kcal
- για να υπάρξει φόβος μόλυνσης με ραδιενέργεια θα πρέπει τα επίπεδά της να φτάσουν στο χιλιαπλάσιο αυτών που είναι σήμερα
- πολλαπλάσιος γενικά, κατά πολύ μεγαλύτερος, ισχυρότερος Βικιλεξικό
- Θα σου το ανταποδώσει στο χιλιαπλάσιο το καλό που του έκανες, είναι καλός άνθρωπος
- Μα σπρώχνεις το μωρό; Εσύ έχεις χιλιαπλάσια δύναμη αγόρι μου, δεν κάνει!!!
- Κρατήσου και μη σκοτώσεις το οικόπεδο τώρα μέσα στην κρίση. Τα παιδιά μας θα βγάλουν τα χιλιαπλάσια αν το πουλήσουν σαν μεγαλώσουν
Ετυμολογία
χιλιαπλάσιος < χίλια + -πλάσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιλιαπλάσιος | χιλιαπλάσια | χιλιαπλάσιο |
| Γενική | χιλιαπλάσιου | χιλιαπλάσιας | χιλιαπλάσιου |
| Αιτιατική | χιλιαπλάσιο | χιλιαπλάσια | χιλιαπλάσιο |
| Κλητική | χιλιαπλάσιε | χιλιαπλάσια | χιλιαπλάσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιλιαπλάσιοι | χιλιαπλάσιες | χιλιαπλάσια |
| Γενική | χιλιαπλάσιων | χιλιαπλάσιων | χιλιαπλάσιων |
| Αιτιατική | χιλιαπλάσιους | χιλιαπλάσιες | χιλιαπλάσια |
| Κλητική | χιλιαπλάσιοι | χιλιαπλάσιες | χιλιαπλάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →