χιλιοφορεμένος
•
- το πολυφερεμένο ρούχο, αυτό που έχει φθαρεί επειδή κάποιος το φόρεσε πάρα πολλές φορές ή που για τον ίδιο λόγο το βαρέθηκε Βικιλεξικό
- το στυλ ρούχου που το έχουν φορέσει πολλοί άλλοι άνθρωποι, που δεν θεωρείται από κάποιους αρμόζον να το φορέσουν εκείνοι επειδή ακριβώς δεν είναι μοναδικό ή έστω σπάνιο, που είναι μπανάλ Βικιλεξικό
- για φράσεις, αστεία που έχουν καταντήσει βαρετά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιλιοφορεμένος < χίλια και φορεμένος
Άλλοι τύποι
χιλιοφορεμέναχιλιοφορεμένεχιλιοφορεμένεςχιλιοφορεμένηχιλιοφορεμένηςχιλιοφορεμένοχιλιοφορεμένοιχιλιοφορεμένοςχιλιοφορεμένουχιλιοφορεμένουςχιλιοφορεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →