χιλιόχρονος
•
- για κάτι που είχε διάρκεια / ζωή χιλίων ετών Βικιλεξικό
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- ευχή σε γενέθλια, αντί να τα εκατοστήσεις Βικιλεξικό
- Χιλιόχρονος!!! (: Να ζήσεις χίλια χρόνια!)
Ετυμολογία
χιλιόχρονος < χίλια και χρόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιλιόχρονος | χιλιόχρονη | χιλιόχρονο |
| Γενική | χιλιόχρονου | χιλιόχρονης | χιλιόχρονου |
| Αιτιατική | χιλιόχρονο | χιλιόχρονη | χιλιόχρονο |
| Κλητική | χιλιόχρονε | χιλιόχρονη | χιλιόχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιλιόχρονοι | χιλιόχρονες | χιλιόχρονα |
| Γενική | χιλιόχρονων | χιλιόχρονων | χιλιόχρονων |
| Αιτιατική | χιλιόχρονους | χιλιόχρονες | χιλιόχρονα |
| Κλητική | χιλιόχρονοι | χιλιόχρονες | χιλιόχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →