Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χιμάω

/çiˈma.o/ρήμα
•
  1. απλοποιημένη γραφή του χυμάω Βικιλεξικό
    • Κάποιοι γέλασαν, άλλοι σάστισαν, ένας θύμωσε και χίμηξε στο δράστη, οι σαστισμένοι ακολούθησαν. Το κίνημα της μπανάνας, Ελευθεροτυπία, 29 Απριλίου 2014

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχιμάω / χιμώχιμάςχιμά / χιμάειχιμάμε / χιμούμεχιμάτεχιμάν / χιμάνε / χιμούν / χιμούνε
Παρατατικόςχιμούσαχιμούσεςχιμούσεχιμούσαμεχιμούσατεχιμούσαν / χιμούσανε
Αόριστοςχίμηξαχίμηξεςχίμηξεχιμήξαμεχιμήξατεχίμηξαν / χιμήξαν / χιμήξανε
Μέλλονταςθα χιμάω / θα χιμήξω / θα χιμώθα χιμάς / θα χιμήξειςθα χιμά / θα χιμάει / θα χιμήξειθα χιμάμε / θα χιμήξουμε / θα χιμούμεθα χιμάτε / θα χιμήξετεθα χιμάν / θα χιμάνε / θα χιμήξουν / θα χιμήξουνε / θα χιμούν / θα χιμούνε
Παρακείμενοςέχω χιμήξειέχεις χιμήξει————
Υπερσυντέλικοςείχα χιμήξει—————
Υποτακτικήνα έχω χιμήξει / να χιμάω / να χιμήξω / να χιμώνα έχεις χιμήξει / να χιμάς / να χιμήξειςνα χιμά / να χιμάει / να χιμήξεινα χιμάμε / να χιμήξουμε / να χιμούμενα χιμάτε / να χιμήξετενα χιμάν / να χιμάνε / να χιμήξουν / να χιμήξουνε / να χιμούν / να χιμούνε
Προστακτική—χίμα / χίμαγε / χίμηξε——χιμάτε / χιμήξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →