χιμέρι
•
- το κατσίκι, και ιδίως θηλυκή κατσίκα, ιδιωματισμός που απαντάται σε αμιγώς ορεσίβιους κτηνοτρόφους της Ηπείρου. Άλλες γραφές: χίμερα ή χίμαιρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιμέρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιμέρι | χιμέρια |
| Γενική | χιμεριού | χιμεριών |
| Αιτιατική | χιμέρι | χιμέρια |
| Κλητική | χιμέρι | χιμέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →