χινόπωρο
•
- ιδιωματικότο φθινόπωρο Βικιλεξικό
- Την τελεφταία [sic] φορά που ο Πέλας είδε το γέρο ερημίτη, το χινόπωρο είχε προχωρήσει (Μ. Καραγάτσης. «Η ιστορία του Πέλα», Το συναξάρι των αμαρτωλών. [Αθήνα]: Γκοβόστης, [1935], σ. 18)
Ετυμολογία
χινόπωρο < (φθιν)όπωρο με παρετυμολογική σύνδεση προς τον ήχο çin του ρήματος χύνω (καθώς τα φύλλα «χύνονται»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χινόπωρο | χινόπωρα |
| Γενική | χινόπωρου | χινόπωρων |
| Αιτιατική | χινόπωρο | χινόπωρα |
| Κλητική | χινόπωρο | χινόπωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →