χιονάτος
•
- κάτασπρος, άσπρος σαν το χιόνι Βικιλεξικό
- Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)
Ετυμολογία
χιονάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιονάτος < χιόν(ι) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονάτος | χιονάτη | χιονάτο |
| Γενική | χιονάτου | χιονάτης | χιονάτου |
| Αιτιατική | χιονάτο | χιονάτη | χιονάτο |
| Κλητική | χιονάτε | χιονάτη | χιονάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονάτοι | χιονάτες | χιονάτα |
| Γενική | χιονάτων | χιονάτων | χιονάτων |
| Αιτιατική | χιονάτους | χιονάτες | χιονάτα |
| Κλητική | χιονάτοι | χιονάτες | χιονάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →