χιονίζει
•
- απρόσωπο ρήμαπέφτει χιόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιονίζει < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χιονίζει, τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος χιονίζω < χιών
Άλλοι τύποι
χιονίσειχιονισμένοςχιόνιζεχιόνισε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →