χιονίζω
•
- σπάνιορίχνω χιόνι Βικιλεξικό
- Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε. (Από το δημοτικό τραγούδι «Του Στέργιου», 1789)
Ετυμολογία
χιονίζω < αρχαία ελληνική χιονίζω < χιών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →