χιονοβόλος
•
- μετεωρολογίαπου ρίχνει χιόνι, φέρνει χιόνι, που παρατηρούνται χιονοπτώσεις στην διάρκειά του Βικιλεξικό
- χιονοβόλος αγέρας, χιονοβόλος Μάρτης, τα μερομήνια δείχνουν ότι ο χειμώνας θα είναι κρύος και χιονοβόλος
- παρωχημένομετεωρολογικός όρος παλιότερα για την ημέρα κατά την οποία παρατηρείτο χιονόπτωση σε μια περιοχή (σήμερα χρησιμοποιείται ο όρος ημέρες χιονοπτώσεων") Βικιλεξικό
- Ο ετήσιος κανονικός αριθμός χιονοβόλων ημερών εν Αθήναις είναι 4-9, ο δε μέγιστος 18, ως συνέβη το 1874
Ετυμολογία
χιονοβόλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χιονοβόλος. Συγχρονικά αναλύεται σε χιονο- + -βόλος (βάλλω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονοβόλος | χιονοβόλα | χιονοβόλο |
| Γενική | χιονοβόλου | χιονοβόλας | χιονοβόλου |
| Αιτιατική | χιονοβόλο | χιονοβόλα | χιονοβόλο |
| Κλητική | χιονοβόλε | χιονοβόλα | χιονοβόλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονοβόλοι | χιονοβόλες | χιονοβόλα |
| Γενική | χιονοβόλων | χιονοβόλων | χιονοβόλων |
| Αιτιατική | χιονοβόλους | χιονοβόλες | χιονοβόλα |
| Κλητική | χιονοβόλοι | χιονοβόλες | χιονοβόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →