χιονοστιβάδα
•
- το φαινόμενο της ολίσθησης μεγάλης μάζας χιονιού από την πλαγιά ενός βουνού και συμπαρασύρει ότι βρεθεί στη διαδρομή Βικιλεξικό
- το σύνολο της μάζας του χιονιού που περιλαμβάνεται σε αυτό το φαινόμενο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο φαινόμενο ή κατάσταση η οποία προκαλεί μεγάλες αλλαγές και συνήθως έχει και παράπλευρες επιπτώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χιονοστιβάδα < χιονο- + στιβάδα (μαρτυρείται από το 1846) χιονοστιβάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
| Γενική | χιονοστιβάδας | χιονοστιβάδων |
| Αιτιατική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
| Κλητική | χιονοστιβάδα | χιονοστιβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →