χιονούρα
•
- τμήματα χιονιού που παραμένουν, κυρίως σε υψηλό υψόμετρο, σε σκιερά ή δροσερά μέρη για πολλούς μήνες Βικιλεξικό
- Η δροσιά που τονώνει τους ορειβάτες είναι χαρακτηριστική, ενώ μπορείς να διακρίνεις εύκολα και από κοντά, πολλές χιονούρες. (Κατερίνα Πολύζου, «Χιονούρες» στον Ψηλορείτη!, ΕΡΤ, 10 Σεπτεμβρίου 2020
Ετυμολογία
χιονούρα < χιόν(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιονούρα | χιονούρες |
| Γενική | χιονούρας | — |
| Αιτιατική | χιονούρα | χιονούρες |
| Κλητική | χιονούρα | χιονούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →