Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χιτάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήτραγούδι ή μουσική σύνθεση που σημειώνει επιτυχία, που έχει υψηλή ακροαματικότητα ή πωλήσεις (συχνά υπονοείται είτε όχι και τόσο μεγάλη είτε πρόσκαιρη επιτυχία) Βικιλεξικό
    • «Μελέτα Πόμπο»: Το viral καρναβαλίστικο χιτάκι από ένα σχολείο της Λεμεσού. Οι σχολικές εξετάσεις μόλις έχουν τελειώσει και οι μαθητές μπήκαν σε carnival mood.
    • Τί είναι περισσότερο βαρετό από μία μέτρια ταινία, μια προβλέψιμη παράσταση ή ένα copy/paste χιτάκι του καλοκαιριού;

Ετυμολογία

χιτάκι < χιτ + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχιτάκιχιτάκια
Γενική——
Αιτιατικήχιτάκιχιτάκια
Κλητικήχιτάκιχιτάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →