χιτώνας
•
- ιστορίαανδρικό και γυναικείο ένδυμα κατά την αρχαιότητα από λινό ή μάλλινο ύφασμα που το φορούσαν κατάσαρκα Βικιλεξικό
- χειριδωτός χιτώνας (με μανίκια)
- ποδήρης χιτώνας (μακρύς, μέχρι τον αστράγαλο)
- ανατομίαιστός που μοιάζει με μεμβράνη και περιβάλλει όργανα Βικιλεξικό
- αμφιβληστροειδής χιτώνας
Ετυμολογία
χιτώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χιτών, αιτιατική τὸν χιτῶνα < σημιτικής προέλευσης *kittan < ακκαδική kitû / kita’um (λινάρι, λινός) < σουμεριακή gada
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιτώνας | χιτώνες |
| Γενική | χιτώνα | χιτώνων |
| Αιτιατική | χιτώνα | χιτώνες |
| Κλητική | χιτώνα | χιτώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →