Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σκωπτικόη χλιδή Βικιλεξικό
    • Γενικώς στο Ντουμπάϊ παθαίνεις overdose εξελιγμένης τεχνολογίας, εξυπηρέτησης, lux τρόπου ζωής, καλών εστιατορίων, χλίδας και... ζέστης. (εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 11.06.2022 https://www.tovima.gr/2022/06/11/opinions/ekso-frenon/)
    • Βίντεο όλο... χλίδα από τις φυλακές Κορυδαλλού: Πάρτι, αλκοόλ και «χαρτοπόλεμος» μετρητών CNN, 23 Μαρτίου 2019, https://www.cnn.gr/ellada/story/170261/vinteo-olo-xlida-apo-tis-fylakes-korydalloy-parti-alkool-kai-xartopolemos-metriton)
    • Άμα έχεις γκαφρά, και να πεθάνεις σαν άνθρωπος μπορείς και να σου ράψουν χλίδα την ξύλινη παλτουδιά στο τέλος και να σε ψάλει κι ο αρχιεπίσκοπος (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Κοστανιώτη, 2015)

Ετυμολογία

χλίδα < χλιδή (ίσως επειδή ακούγεται λόγιο ή ακούγεται μεγεθυμένο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχλίδαχλίδες
Γενικήχλίδαςχλιδών
Αιτιατικήχλίδαχλίδες
Κλητικήχλίδαχλίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →