χλαλοή
•
- λαϊκότροποοχλοβοή, οχλαγωγία, φασαρία Βικιλεξικό
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, 1884-1951, Δελφικός Λόγος ΙI (1927)
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
Ετυμολογία
χλαλοή < μεσαιωνική ελληνική ὀχλαγωγή με σίγηση του αρχικού [o] και του [g] και μετατροπή του πρώτου [g] σε [l] < ελληνιστική κοινή ὀχλαγωγία < αρχαία ελληνική ὄχλος + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χλαλοή | χλαλοές |
| Γενική | χλαλοής | χλαλοών |
| Αιτιατική | χλαλοή | χλαλοές |
| Κλητική | χλαλοή | χλαλοές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →