χλαπάκιασμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χλαπακιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλαπάκιασμα < χλαπακιάζω + -μα < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χλαπάκιασμα | χλαπακιάσματα |
| Γενική | χλαπακιάσματος | χλαπακιασμάτων |
| Αιτιατική | χλαπάκιασμα | χλαπακιάσματα |
| Κλητική | χλαπάκιασμα | χλαπακιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →