χλαπάτσα
•
- κτηνιατρικήη αρρώστια των ζώων διστομίαση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη σωματική ή ψυχική κατάπτωση ή αδιαθεσία Βικιλεξικό
- γλοιώδες παιχνίδι από μάζα υλικού το οποίο είναι υπερεύπλαστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλαπάτσα < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική gãlbadzã ή < (άμεσο δάνειο) αλβανική këlbazë
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χλαπάτσα | χλαπάτσες |
| Γενική | χλαπάτσας | — |
| Αιτιατική | χλαπάτσα | χλαπάτσες |
| Κλητική | χλαπάτσα | χλαπάτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →