Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλεμπονιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκιτρινιάρης, πελιδνός, χτικιάρης, ωχρός Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο αρρωστιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλεμπονιάρης < χλεμπόνα + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλεμπονιάρηςχλεμπονιάραχλεμπονιάρικο
Γενικήχλεμπονιάρηχλεμπονιάραςχλεμπονιάρικου
Αιτιατικήχλεμπονιάρηχλεμπονιάραχλεμπονιάρικο
Κλητικήχλεμπονιάρηχλεμπονιάραχλεμπονιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλεμπονιάρηδεςχλεμπονιάρεςχλεμπονιάρικα
Γενικήχλεμπονιάρηδων—χλεμπονιάρικων
Αιτιατικήχλεμπονιάρηδεςχλεμπονιάρεςχλεμπονιάρικα
Κλητικήχλεμπονιάρηδεςχλεμπονιάρεςχλεμπονιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →