Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλεύη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοροϊδία, περιφρόνηση, σαρκασμός. Βικιλεξικό
    • Ἡ πρώτη γεύση μισελληνισμοῦ καὶ χλεύης γιὰ τὸν Ἕλληνα τῆς διασπορᾶς. Ὑπόδουλος στὴν πατρίδα του, ὑπόδουλος καὶ δακτυλοδεικτούμενος ὡς μετανάστης. Περιπαίζεται ἀπό τούς Λατίνους συγγραφεῖς ὁ Ἕλληνας μέτοικος καί καθυβρίζεται. Ἐνοχλεῖ τή ρωμαϊκή κοινωνία.

Ετυμολογία

χλεύη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χλεύη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰlew- (αστειεύομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχλεύηχλεύες
Γενικήχλεύηςχλευών
Αιτιατικήχλεύηχλεύες
Κλητικήχλεύηχλεύες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →