χλιαίνω
•
- κάνω κάτι χλιαρό Βικιλεξικό
- γίνομαι χλιαρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλιαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χλιαίνω < χλίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πρασινίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χλιαίνω | χλιαίνεις | χλιαίνει | χλιαίνουμε | χλιαίνετε | χλιαίνουν / χλιαίνουνε |
| Παρατατικός | χλίαινα | χλίαινες | χλίαινε | χλιαίναμε | χλιαίνατε | χλίαιναν / χλιαίναν / χλιαίνανε |
| Αόριστος | χλίανα | χλίανες | χλίανε | χλιάναμε | χλιάνατε | χλίαναν / χλιάναν / χλιάνανε |
| Μέλλοντας | θα χλιάνω / θα χλιαίνω | θα χλιάνεις / θα χλιαίνεις | θα χλιάνει / θα χλιαίνει | θα χλιάνουμε / θα χλιαίνουμε | θα χλιάνετε / θα χλιαίνετε | θα χλιάνουν / θα χλιάνουνε / θα χλιαίνουν / θα χλιαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω χλιάνει | έχεις χλιάνει | έχει χλιάνει | έχουμε χλιάνει | έχετε χλιάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χλιάνει | είχες χλιάνει | είχε χλιάνει | είχαμε χλιάνει | είχατε χλιάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω χλιάνει / να χλιάνω / να χλιαίνω | να έχεις χλιάνει / να χλιάνεις / να χλιαίνεις | να έχει χλιάνει / να χλιάνει / να χλιαίνει | να έχουμε χλιάνει / να χλιάνουμε / να χλιαίνουμε | να έχετε χλιάνει / να χλιάνετε / να χλιαίνετε | να χλιάνουν / να χλιάνουνε / να χλιαίνουν / να χλιαίνουνε |
| Προστακτική | — | χλίαινε / χλίανε | — | — | χλιάνετε / χλιαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →