Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλιαρότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ή κάτι χλιαρό(ς) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλιαρότητα < ελληνιστική κοινή χλιαρότης < αρχαία ελληνική χλιαρός (και ιωνικός τύπος  χλιερός: υπόθερμος, αδιάφορος) χλίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πρασινίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχλιαρότηταχλιαρότητες
Γενικήχλιαρότηταςχλιαροτήτων
Αιτιατικήχλιαρότηταχλιαρότητες
Κλητικήχλιαρότηταχλιαρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →