χλιμίντρισμα
•
- φωνή ζώουη χαρακτηριστική κραυγή του αλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλιμίντρισμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική - *χλιμίντρισμα (< χλιμιντρίζω) / στον Διγενή Ακρίτη χειλιμιντρίσματα / χλιμιτρισμός. Μορφολογικά αναλύεται σε χλιμιντρίζω, χλιμιντρισ- + -μα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χλιμίντρισμα | χλιμιντρίσματα |
| Γενική | χλιμιντρίσματος | χλιμιντρισμάτων |
| Αιτιατική | χλιμίντρισμα | χλιμιντρίσματα |
| Κλητική | χλιμίντρισμα | χλιμιντρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →