Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλιμίντρισμα

/xliˈmin.dɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φωνή ζώουη χαρακτηριστική κραυγή του αλόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλιμίντρισμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική - *χλιμίντρισμα (< χλιμιντρίζω) / στον Διγενή Ακρίτη χειλιμιντρίσματα / χλιμιτρισμός. Μορφολογικά αναλύεται σε χλιμιντρίζω, χλιμιντρισ- + -μα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχλιμίντρισμαχλιμιντρίσματα
Γενικήχλιμιντρίσματοςχλιμιντρισμάτων
Αιτιατικήχλιμίντρισμαχλιμιντρίσματα
Κλητικήχλιμίντρισμαχλιμιντρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →