χλιος
•
- δημοτικήχλιαρός Βικιλεξικό
- Κι ως πια στα πλοια, μακριά απ᾿ τον τάραχο σε φέραμε της μάχης / και τ᾿ όμορφο κορμί σου πλύναμε με χλιο νερό και μύρο (Όμηρος, Οδύσσεια, ω 45, μετάφραση:@~nekar Καζαντζάκη-Ιωάννη Κακριδή, 1955)
- πολυτονική γραφή: χλιός
Ετυμολογία
χλιος < χλιαίνω, χλι- + -ός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλιος | χλια | χλιο |
| Γενική | χλιου | χλιας | χλιου |
| Αιτιατική | χλιο | χλια | χλιο |
| Κλητική | χλιε | χλια | χλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλιοι | χλιες | χλια |
| Γενική | χλιων | χλιων | χλιων |
| Αιτιατική | χλιους | χλιες | χλια |
| Κλητική | χλιοι | χλιες | χλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →