χλωμιάζω
•
- άλλη, παλαιότερη αλλά και σημερινή γραφή για το χλομιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλωμιάζω < χλωμός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χλωμιάζω | χλωμιάζεις | χλωμιάζει | χλωμιάζουμε | χλωμιάζετε | χλωμιάζουν / χλωμιάζουνε |
| Παρατατικός | χλώμιαζα | χλώμιαζες | χλώμιαζε | χλωμιάζαμε | χλωμιάζατε | χλωμιάζαν / χλωμιάζανε / χλώμιαζαν |
| Αόριστος | χλώμιασα | χλώμιασες | χλώμιασε | χλωμιάσαμε | χλωμιάσατε | χλωμιάσαν / χλωμιάσανε / χλώμιασαν |
| Μέλλοντας | θα χλωμιάζω / θα χλωμιάσω | θα χλωμιάζεις / θα χλωμιάσεις | θα χλωμιάζει / θα χλωμιάσει | θα χλωμιάζουμε / θα χλωμιάσουμε | θα χλωμιάζετε / θα χλωμιάσετε | θα χλωμιάζουν / θα χλωμιάζουνε / θα χλωμιάσουν / θα χλωμιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χλωμιάσει | έχεις χλωμιάσει | έχει χλωμιάσει | έχουμε χλωμιάσει | έχετε χλωμιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χλωμιάσει | είχες χλωμιάσει | είχε χλωμιάσει | είχαμε χλωμιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χλωμιάσει / να χλωμιάζω / να χλωμιάσω | να έχεις χλωμιάσει / να χλωμιάζεις / να χλωμιάσεις | να έχει χλωμιάσει / να χλωμιάζει / να χλωμιάσει | να έχουμε χλωμιάσει / να χλωμιάζουμε / να χλωμιάσουμε | να έχετε χλωμιάσει / να χλωμιάζετε / να χλωμιάσετε | να χλωμιάζουν / να χλωμιάζουνε / να χλωμιάσουν / να χλωμιάσουνε |
| Προστακτική | — | χλώμιαζε / χλώμιασε | — | — | χλωμιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χλωμιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →