χλωριωμένος
•
- που έχει υποστεί χλωρίωση Βικιλεξικό
- χημείαπου στο μόριό του φέρει πρόσθετα ένα άτομο χλωρίου μετά από σχετική χημική αντίδραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλωριωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χλωριώνω
Άλλοι τύποι
χλωριωμέναχλωριωμένεχλωριωμένεςχλωριωμένηχλωριωμένηςχλωριωμένοχλωριωμένοιχλωριωμένοςχλωριωμένουχλωριωμένουςχλωριωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →