Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλωροφορμίζω

/xlo.ɾo.foɾˈmi.zo/ρήμα
•
  1. προκαλώ αναισθησία χρησιμοποιώντας χλωροφόρμιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλωροφορμίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική chloroformiser < chloroforme (χλωροφόρμιο)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχλωροφορμίζωχλωροφορμίζειςχλωροφορμίζειχλωροφορμίζουμεχλωροφορμίζετεχλωροφορμίζουν / χλωροφορμίζουνε
Παρατατικόςχλωροφόρμιζαχλωροφόρμιζεςχλωροφόρμιζεχλωροφορμίζαμεχλωροφορμίζατεχλωροφορμίζαν / χλωροφορμίζανε / χλωροφόρμιζαν
Αόριστοςχλωροφόρμισαχλωροφόρμισεςχλωροφόρμισεχλωροφορμίσαμεχλωροφορμίσατεχλωροφορμίσαν / χλωροφορμίσανε / χλωροφόρμισαν
Μέλλονταςθα χλωροφορμίζω / θα χλωροφορμίσωθα χλωροφορμίζεις / θα χλωροφορμίσειςθα χλωροφορμίζει / θα χλωροφορμίσειθα χλωροφορμίζουμε / θα χλωροφορμίσουμεθα χλωροφορμίζετε / θα χλωροφορμίσετεθα χλωροφορμίζουν / θα χλωροφορμίζουνε / θα χλωροφορμίσουν / θα χλωροφορμίσουνε
Παρακείμενοςέχω χλωροφορμίσειέχεις χλωροφορμίσειέχει χλωροφορμίσειέχουμε χλωροφορμίσειέχετε χλωροφορμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χλωροφορμίσειείχες χλωροφορμίσειείχε χλωροφορμίσειείχαμε χλωροφορμίσει——
Υποτακτικήνα έχω χλωροφορμίσει / να χλωροφορμίζω / να χλωροφορμίσωνα έχεις χλωροφορμίσει / να χλωροφορμίζεις / να χλωροφορμίσειςνα έχει χλωροφορμίσει / να χλωροφορμίζει / να χλωροφορμίσεινα έχουμε χλωροφορμίσει / να χλωροφορμίζουμε / να χλωροφορμίσουμενα έχετε χλωροφορμίσει / να χλωροφορμίζετε / να χλωροφορμίσετενα χλωροφορμίζουν / να χλωροφορμίζουνε / να χλωροφορμίσουν / να χλωροφορμίσουνε
Προστακτική—χλωροφόρμιζε / χλωροφόρμισε——χλωροφορμίζετε / χλωροφορμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →