Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλωροφορμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το χλωροφόρμιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλωροφορμικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλωροφορμικόςχλωροφορμικήχλωροφορμικό
Γενικήχλωροφορμικούχλωροφορμικήςχλωροφορμικού
Αιτιατικήχλωροφορμικόχλωροφορμικήχλωροφορμικό
Κλητικήχλωροφορμικέχλωροφορμικήχλωροφορμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχλωροφορμικοίχλωροφορμικέςχλωροφορμικά
Γενικήχλωροφορμικώνχλωροφορμικώνχλωροφορμικών
Αιτιατικήχλωροφορμικούςχλωροφορμικέςχλωροφορμικά
Κλητικήχλωροφορμικοίχλωροφορμικέςχλωροφορμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →