Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χλόμιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χλώμιασμα, η χλωμάδα ή χλομάδα, το αποτέλσμα του χλωμιάζω-χλομιάζω, το να γίνεται άποιος ωχρός εν πάσει περιπτώσει από ασθένεια ή από στενοχώρια ή αμηχανία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χλόμιασμα < χλομός και χλωμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχλόμιασμαχλομιάσματα
Γενικήχλομιάσματοςχλομιασμάτων
Αιτιατικήχλόμιασμαχλομιάσματα
Κλητικήχλόμιασμαχλομιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →