χλόμιασμα
•
- το χλώμιασμα, η χλωμάδα ή χλομάδα, το αποτέλσμα του χλωμιάζω-χλομιάζω, το να γίνεται άποιος ωχρός εν πάσει περιπτώσει από ασθένεια ή από στενοχώρια ή αμηχανία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χλόμιασμα < χλομός και χλωμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χλόμιασμα | χλομιάσματα |
| Γενική | χλομιάσματος | χλομιασμάτων |
| Αιτιατική | χλόμιασμα | χλομιάσματα |
| Κλητική | χλόμιασμα | χλομιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →