χνάρι
•
- το αποτύπωμα ποδιού ζώου ή ανθρώπου στο έδαφος, το ίχνος πατημασιάς Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο σημάδι, το ίχνος Βικιλεξικό
- Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
- παρωχημένοτο πατρόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χνάρι < μεσαιωνική ελληνική ἰχνάριον (υποκοριστικό του ἴχνος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χνάρι | χνάρια |
| Γενική | χναριού | χναριών |
| Αιτιατική | χνάρι | χνάρια |
| Κλητική | χνάρι | χνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →