χοή
•
- ειδικό υγρό για τις σπονδές στην αρχαία Ελλάδα, από νερό, κρασί και μέλι (για θυσίες, για κηδείες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοή < αρχαία ελληνική χοή < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοή | χοές |
| Γενική | χοής | χοών |
| Αιτιατική | χοή | χοές |
| Κλητική | χοή | χοές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →