Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοιράδες

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήοι προσβεβλημένοι από χοιράδωση λεμφαδένες του λαιμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοιράδες < αρχαία ελληνική χοιράδες, ονομαστική πληθυντικού τού χοιράς < χοῖρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοιράδεςχοιράδες
Γενική—χοιράδων
Αιτιατική—χοιράδες
Κλητική—χοιράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →