Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοιροτροφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκτροφή γουρουνιών (χοίρων) Βικιλεξικό
    • Ὁ τόπος εἶναι βουνώδης, καὶ κατασκεπασμένος μὲ δάση μεγάλα, τὸ ἔδαφος εὔφορον μὲ βοσκᾶς λιπαρᾶς, ὅθεν γίνεται καὶ μεγάλη Κτηνοτροφία, μάλιστα δὲ χοιροτροφία. (Άδαμ, Χριστιανός Γασπάρι (μετάφρ. Κυριακός Καπετανάκης), Σχολαστική Γεωγραφία, διερμηνευτική του νέου μεθοδικού σχολαστικού Άτλαντος, Βιέννη, 1808, σελ. 344 https://www.google.gr/books/edition/Scholastike_Geographia/-yVeAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%87%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1&pg=PA344&printsec=frontcover)
    • Η ασθένεια αυτή των χοίρων ενδημεί σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου όπου υπάρχει χοιροτροφία (Annual Report of the Department of Agriculture, Department of Agriculture, Ministry of Agriculture and Natural Resources, Cyprus, 1979)

Ετυμολογία

χοιροτροφία (μαρτυρείται από το 1664) < χοιροτρόφος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοιροτροφίαχοιροτροφίες
Γενικήχοιροτροφίαςχοιροτροφιών
Αιτιατικήχοιροτροφίαχοιροτροφίες
Κλητικήχοιροτροφίαχοιροτροφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →