Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χολιάζω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροπονευριάζω, θυμώνω Βικιλεξικό
    • καλώ λοιπόν την αφεντιά σας να έλθητε αύριον εις τον Άγιον Ιωάννην να αριστήσωμεν εκεί έ ! έρχεσθε; και ιδέτε καλά , μήπως δεν έλθετε! διότι χολιάζω (Θεόδωρος Πρωτόπαπα Οικονόμου, Γραμματική της Τσακώνικης διαλέκτου εν ηι προστέθησαν: Άσματα τινά, μοιρολόγια, παροιμίαι, και λεξικόν αυτής πλήρες, εκ του τυπ. Λ. Ψελλιάκου, 1870 σελ. 54 http://digital.lib.auth.gr/record/126225?ln=el)
    • Ποιος χόλιασε το σταυραϊτό, να τονε ξεχολιάση: -Εγώ, που τον εχόλιασα, να πά' τον ξεχολιάσω. (Ελληνικά, Τέχνη Αλυπίας, τόμοι 10-11, 1956, σελ. 47)

Ετυμολογία

χολιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χολιάζω < χολ(ή) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχολιάζωχολιάζειςχολιάζειχολιάζουμεχολιάζετεχολιάζουν / χολιάζουνε
Παρατατικόςχόλιαζαχόλιαζεςχόλιαζεχολιάζαμεχολιάζατεχολιάζαν / χολιάζανε / χόλιαζαν
Αόριστοςχόλιασαχόλιασεςχόλιασεχολιάσαμεχολιάσατεχολιάσαν / χολιάσανε / χόλιασαν
Μέλλονταςθα χολιάζω / θα χολιάσωθα χολιάζεις / θα χολιάσειςθα χολιάζει / θα χολιάσειθα χολιάζουμε / θα χολιάσουμεθα χολιάζετε / θα χολιάσετεθα χολιάζουν / θα χολιάζουνε / θα χολιάσουν / θα χολιάσουνε
Παρακείμενοςέχω χολιάσειέχεις χολιάσειέχει χολιάσειέχουμε χολιάσειέχετε χολιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χολιάσειείχες χολιάσειείχε χολιάσειείχαμε χολιάσει——
Υποτακτικήνα έχω χολιάσει / να χολιάζω / να χολιάσωνα έχεις χολιάσει / να χολιάζεις / να χολιάσειςνα έχει χολιάσει / να χολιάζει / να χολιάσεινα έχουμε χολιάσει / να χολιάζουμε / να χολιάσουμενα έχετε χολιάσει / να χολιάζετε / να χολιάσετενα χολιάζουν / να χολιάζουνε / να χολιάσουν / να χολιάσουνε
Προστακτική—χόλιαζε / χόλιασε——χολιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χολιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →