Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη χολή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χολικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχολικόςχολικήχολικό
Γενικήχολικούχολικήςχολικού
Αιτιατικήχολικόχολικήχολικό
Κλητικήχολικέχολικήχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχολικοίχολικέςχολικά
Γενικήχολικώνχολικώνχολικών
Αιτιατικήχολικούςχολικέςχολικά
Κλητικήχολικοίχολικέςχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →