χολολιθίαση
•
- ιατρικήοι πέτρες στηγ χολή, η παρουσία λίθων στη χολή ή στα χοληφόρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χολολιθίαση < (καθαρεύουσα) χολολιθίασις < (χολή) χολο- + λιθίασις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χολολιθίαση | χολολιθιάσεις |
| Γενική | χολολιθίασης | χολολιθιάσεων |
| Αιτιατική | χολολιθίαση | χολολιθιάσεις |
| Κλητική | χολολιθίαση | χολολιθιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →