χολοσκάζω
•
- έχω στενοχώρια για κάτι, πάνω να σκάσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χολοσκάζω < χολή και σκάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χολοσκάζω | χολοσκάζεις | χολοσκάζει | χολοσκάζουμε | χολοσκάζετε | χολοσκάζουν / χολοσκάζουνε |
| Παρατατικός | χολόσκαζα | χολόσκαζες | χολόσκαζε | χολοσκάζαμε | χολοσκάζατε | χολοσκάζαν / χολοσκάζανε / χολόσκαζαν |
| Αόριστος | χολόσκασα | χολόσκασες | χολόσκασε | χολοσκάσαμε | χολοσκάσατε | χολοσκάσαν / χολοσκάσανε / χολόσκασαν |
| Μέλλοντας | θα χολοσκάζω / θα χολοσκάσω | θα χολοσκάζεις / θα χολοσκάσεις | θα χολοσκάζει / θα χολοσκάσει | θα χολοσκάζουμε / θα χολοσκάσουμε | θα χολοσκάζετε / θα χολοσκάσετε | θα χολοσκάζουν / θα χολοσκάζουνε / θα χολοσκάσουν / θα χολοσκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χολοσκάσει | έχεις χολοσκάσει | έχει χολοσκάσει | έχουμε χολοσκάσει | έχετε χολοσκάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χολοσκάσει | είχες χολοσκάσει | είχε χολοσκάσει | είχαμε χολοσκάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χολοσκάσει / να χολοσκάζω / να χολοσκάσω | να έχεις χολοσκάσει / να χολοσκάζεις / να χολοσκάσεις | να έχει χολοσκάσει / να χολοσκάζει / να χολοσκάσει | να έχουμε χολοσκάσει / να χολοσκάζουμε / να χολοσκάσουμε | να έχετε χολοσκάσει / να χολοσκάζετε / να χολοσκάσετε | να χολοσκάζουν / να χολοσκάζουνε / να χολοσκάσουν / να χολοσκάσουνε |
| Προστακτική | — | χολόσκαζε / χολόσκασε | — | — | χολοσκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χολοσκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →