χολοστεάτωμα
•
- ιατρικήένας καλοήθης μη καρκινικός όγκος που μοιάζει με κύστη και εντοπίζεται στο μέσο ους και στην περιοχή των μαστών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χολοστεάτωμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική cholestéatome ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cholesteatoma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χολοστεάτωμα | χολοστεατώματα |
| Γενική | χολοστεατώματος | χολοστεατωμάτων |
| Αιτιατική | χολοστεάτωμα | χολοστεατώματα |
| Κλητική | χολοστεάτωμα | χολοστεατώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →