Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χονδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με χόνδρο Βικιλεξικό
  2. χοντρικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χονδρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχονδρικόςχονδρικήχονδρικό
Γενικήχονδρικούχονδρικήςχονδρικού
Αιτιατικήχονδρικόχονδρικήχονδρικό
Κλητικήχονδρικέχονδρικήχονδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχονδρικοίχονδρικέςχονδρικά
Γενικήχονδρικώνχονδρικώνχονδρικών
Αιτιατικήχονδρικούςχονδρικέςχονδρικά
Κλητικήχονδρικοίχονδρικέςχονδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →