χονδροειδής
•
- άξεστος, άπρεπος Βικιλεξικό
- Τι χονδροειδής χειρονομία ήταν αυτή;
- ανόητος, κάτι που αρμόζει μόνον σε ανόητο, αδαή, Βικιλεξικό
- χονδροειδές λάθος
- που απευθύνεται σε αφελείς ή που είναι πλασμένος από αφελή, (ή από κάποιον ταραγμένο που δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι καλύτερο), που δεν είναι επεξεργασμένος στις λεπτομέρειές του ώστε να πείθει Βικιλεξικό
- Χονδροειδές ψέμα. Περίμενες αλήθεια να το χάψω;
- Μόνο αυτός μπορούσε να ξεφουρνίσει τόσο χονδροειδές ψέμα
- Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε για «χονδροειδή και αμετροεπή παραποίηση της αλήθειας» τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ
- κακόγουστος Βικιλεξικό
- Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα αιθιοπικής χονδροτεχνίας. (Δημήτρης Παυλόπουλος, Πώς δημιουργήθηκε το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, uoa.gr, ανακτήθηκε στις 16/8/2025 https://www.uoa.gr/to_panepistimio/istoria_kai_prooptikes/to_labaro_toy_pan/mioy)
- χονδροειδές το αστείο σου
- χονδροειδής φάρσα
- κακοφτιαγμένος, πρόχειρος, χωρίς λεπτομέρειες, χοντροκομμένος ή ογκώδης (έννοιες που δεν πολυσυνηθίζονται πια) Βικιλεξικό
- χονδροειδής κατασκευή
- το επίθετο χρησιμοποιείται και για ζωοοτροφές (π.χ. τα άχυρα) που περιέχουν πολλές ίνες οι οποίες δεν πέπτονται (υιοθετήθηκε γα να αποδοθεί το αμερικανικό roughage επειδή αυτές οι τροφές δεν είναι επεξεργασμένες και παρέχουν όγκο αλλά όχι και τα στοιχεία που περιέχουν οι συμπυκνωμένες ή και σύνθετες ζωοτροφές σε αντιδιαστολή προς τις οποίες χρησιμοποιείται συχνά ο όρος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χονδροειδής (μαρτυρείται από το 1856) < (απόδοση) γαλλική grossier ή (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική condroide, «μαλακός όγκος που μοιάζει με χόνδρο» < χόνδρος < χόνδρ(ος) + -ο- + -ειδής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χονδροειδής | χονδροειδής | χονδροειδές |
| Γενική | χονδροειδούς | χονδροειδούς | χονδροειδούς |
| Αιτιατική | χονδροειδή | χονδροειδή | χονδροειδές |
| Κλητική | χονδροειδή / χονδροειδής | χονδροειδής | χονδροειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χονδροειδείς | χονδροειδείς | χονδροειδή |
| Γενική | χονδροειδών | χονδροειδών | χονδροειδών |
| Αιτιατική | χονδροειδείς | χονδροειδείς | χονδροειδή |
| Κλητική | χονδροειδείς | χονδροειδείς | χονδροειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →