Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χονδροειδώς

επίρρημα
•
  1. με απρέπεια, άκομψα, χωρίς να τηρούνται καν τα προσχήματα, προσβλητικά, άξεστα, υποτιμητικά, ανάρμοστα, απαξιωτικά, ιταμά, ωμά Βικιλεξικό
    • Το να συμβουλεύουμε τους φτωχούς όμως να ζουν λιτά, είναι χονδροειδώς προσβλητικό αλλά και συνάμα γελοία παράλογο (Οσκαρ Ουάιλντ)
    • ...και βιομηχανικού συμπλέγματος εξαγοράς των πάντων, η Βουλή παρακάμπτεται χονδροειδώς από την Εκτελεστική Εξουσία που «νομοθετεί» ...

Ετυμολογία

χονδροειδώς (μαρτυρείται από το 1862) < χονδροειδής

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →