χοντράνθρωπος
•
- μειωτικόμε άξεστη συμπεριφορά, με χοντροκομμένους τρόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοντράνθρωπος < χοντρ- + -άνθρωπος < χοντρός + άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντράνθρωπος | χοντράνθρωποι |
| Γενική | χοντράνθρωπου | χοντρανθρώπων |
| Αιτιατική | χοντράνθρωπο | χοντράνθρωπους |
| Κλητική | χοντράνθρωπε | χοντράνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →