χοντρεμπόριο
•
- γαλλικά : commerce ⁽ᶠʳ⁾ de gros ⁽ᶠʳ⁾ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοντρεμπόριο < χονδρεμπόριο / χοντρ(ικό) + -εμπόριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντρεμπόριο | χοντρεμπόρια |
| Γενική | χοντρεμπορίου / χοντρεμπόριου | χοντρεμπορίων / χοντρεμπόριων |
| Αιτιατική | χοντρεμπόριο | χοντρεμπόρια |
| Κλητική | χοντρεμπόριο | χοντρεμπόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →