Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την εξέταση ενός θέματος σε αδρές γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς απαιτήσεις μεγάλης ακρίβειας Βικιλεξικό
  2. που αφορά την αγορά και πώληση προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοντρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντρικόςχοντρικήχοντρικό
Γενικήχοντρικούχοντρικήςχοντρικού
Αιτιατικήχοντρικόχοντρικήχοντρικό
Κλητικήχοντρικέχοντρικήχοντρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντρικοίχοντρικέςχοντρικά
Γενικήχοντρικώνχοντρικώνχοντρικών
Αιτιατικήχοντρικούςχοντρικέςχοντρικά
Κλητικήχοντρικοίχοντρικέςχοντρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →