Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντροακτιβισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςκίνημα που περιγράφει το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών πρακτικών που στοχεύουν στην εξάλειψη της χοντροφοβίας και στην υπεράσπιση του δικαιώματος των ανθρώπων με μεγαλύτερο σωματικό βάρος να ζουν χωρίς διακρίσεις, ντροπή ή αποκλεισμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοντροακτιβισμός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fat activism. Μορφολογικά αναλύεται σε χοντρ(ός) + -ο- + ακτιβισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοντροακτιβισμόςχοντροακτιβισμοί
Γενικήχοντροακτιβισμούχοντροακτιβισμών
Αιτιατικήχοντροακτιβισμόχοντροακτιβισμούς
Κλητικήχοντροακτιβισμέχοντροακτιβισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →