χοντροδουλειά
•
- πρόχειρη δουλειά, φτιαγμένη χωρίς επιμέλεια Βικιλεξικό
- δουλειά που δε χρειάζεται ιδιαίτερη επιδεξιότητα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκακότεχνη δουλειά Βικιλεξικό
- δύσκολη χειρωνακτική δουλειά Βικιλεξικό
- Κάνω όλες τις χοντροδουλειές του σπιτιού. Σφουγγάρισμα, πλύσιμο τοίχων...
- βάναυση δουλειά
Ετυμολογία
χοντροδουλειά < χοντρο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντροδουλειά | χοντροδουλειές |
| Γενική | χοντροδουλειάς | χοντροδουλειών |
| Αιτιατική | χοντροδουλειά | χοντροδουλειές |
| Κλητική | χοντροδουλειά | χοντροδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →