Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντροδουλειά

/xon.dɾo.ðuˈʎa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πρόχειρη δουλειά, φτιαγμένη χωρίς επιμέλεια Βικιλεξικό
  2. δουλειά που δε χρειάζεται ιδιαίτερη επιδεξιότητα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκακότεχνη δουλειά Βικιλεξικό
  4. δύσκολη χειρωνακτική δουλειά Βικιλεξικό
    • Κάνω όλες τις χοντροδουλειές του σπιτιού. Σφουγγάρισμα, πλύσιμο τοίχων...
    • βάναυση δουλειά

Ετυμολογία

χοντροδουλειά < χοντρο- + δουλειά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοντροδουλειάχοντροδουλειές
Γενικήχοντροδουλειάςχοντροδουλειών
Αιτιατικήχοντροδουλειάχοντροδουλειές
Κλητικήχοντροδουλειάχοντροδουλειές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →