χοντροκεφαλιά
•
- το να είναι κάποιος χοντροκέφαλος, η ιδιότητα του χοντροκέφαλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοντροκεφαλιά < χοντροκέφαλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντροκεφαλιά | χοντροκεφαλιές |
| Γενική | χοντροκεφαλιάς | χοντροκεφαλιών |
| Αιτιατική | χοντροκεφαλιά | χοντροκεφαλιές |
| Κλητική | χοντροκεφαλιά | χοντροκεφαλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →