χοντροκομμένος
•
- που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια Βικιλεξικό
- που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια Βικιλεξικό
- εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο
- για χαρακτήρες ή ενέργειεςχωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος Βικιλεξικό
- συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός
Ετυμολογία
χοντροκομμένος < χοντρο- + κομμένος
Άλλοι τύποι
χοντροκομμέναχοντροκομμένεχοντροκομμένεςχοντροκομμένηχοντροκομμένηςχοντροκομμένοχοντροκομμένοιχοντροκομμένοςχοντροκομμένουχοντροκομμένουςχοντροκομμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →