Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντροκομμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια Βικιλεξικό
  2. που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια Βικιλεξικό
    • εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο
  3. για χαρακτήρες ή ενέργειεςχωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος Βικιλεξικό
    • συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός

Ετυμολογία

χοντροκομμένος < χοντρο- + κομμένος

Άλλοι τύποι

χοντροκομμέναχοντροκομμένεχοντροκομμένεςχοντροκομμένηχοντροκομμένηςχοντροκομμένοχοντροκομμένοιχοντροκομμένοςχοντροκομμένουχοντροκομμένουςχοντροκομμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →